5 Απρ 2009

Ερωτηματολόγιο για την Κατασκευή Ψηλών κτιρίων στην Ελλάδα - Από τον Αλέξιο Βανδώρο, Αρχιτέκτονα Μηχανικό



Το παρακάτω κείμενο έχει συγγραφεί από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Αλέξιο Βανδώρο και αποτελεί συνοδευτικό άρθρο του σε έρευνα για την κατασκευή ψηλών κτιρίων στην Ελλάδα και την αποδοχή τους ή μη από το ευρύτερο κοινό.

Ο Αλέξιος Βανδώρος είναι ένας από τους ελάχιστους "μαχόμενους" επαγγελματίες μηχανικούς που έχει ασχοληθεί από επαγγελματικό και προσωπικό ενδιαφέρον για το θέμα των ψηλών κτιρίων στον Ελληνικό χώρο και έχει στο ενεργητικό του πλήθος σχετικών δημοσιεύσεων σέ έγκριτα έντυπα, καθώς και στο διαδίκτυο.

Η συγκεκριμένη έρευνα λαμβάνει χώρα στα πλαίσια της εκπόνησης της διδακτορικής διατριβής του αρχιτέκτονα, είναι ανοικτή στο κοινό και τα αποτελέσματα της θα αποτελέσουν ένα έγκυρο υλικό επιστημονικής ανάλυσης εφόσον αποτελούν μέρος επιστημονικής εργασίας.

Για το λόγο αυτό, όσοι ενδιαφέρονται να "κάνουν τη διαφορά" στο θέμα της κατασκευής των ψηλών κτιρίων στην Ελλάδα, μπορούν να το κάνουν συμπληρώνοντας το ερωτηματολόγιο κάνοντας κλικ στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://www.vandoros.net/poll.html



Ακολουθεί το αρχικό κείμενο του άρθρου:


__________________________________________________



ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΨΗΛΑ – ΠΡΟΣ ΜΙΑ ‘ΝΕΑ’ ΕΛΛΑΔΑ..

Τον 21ο αιώνα αναζωπυρώθηκε η παγκόσμια διαμάχη μεταξύ χωρών και εταιρειών για την κατασκευή του πιο ψηλού κτιρίου. Παράλληλα βέβαια οι ουρανοξύστες κατακλύζουν τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, αποτελώντας το πεδίο εφαρμογής και πειραματισμού νέων υλικών και μεθόδων σχεδιασμού.


Μέσα στα παγκόσμια αυτά δεδομένα βρίσκεται η Ελλάδα, η οποία για διάφορους γνωστούς και λιγότερο γνωστούς λόγους απέχει από τον παραπάνω κατασκευαστικό ‘διάλογο’.

Πρόκειται για μια χώρα όπου ο αφορισμός των ψηλών κτιρίων (για τους όποιους λόγους, γνωστούς και άγνωστους, σωστούς και μη..) έχει οδηγήσει στο παγκόσμιο φαινόμενο, όχι μόνο της μη κατασκευής τους αλλά και στην πλήρη ανυπαρξία οποιασδήποτε σκέψης πιθανής εφαρμογής τους – ακόμα και από την αρχιτεκτονική κοινότητα.

Μπορεί η Ελλάδα για ποικίλους ιστορικούς λόγους να βρίσκεται περίπου 30 χρόνια πίσω σε εξέλιξη από τον υπόλοιπο Δυτικό Κόσμο, και αυτό δυστυχώς φαίνεται σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτιστικής και τεχνολογικής της ανάπτυξης.

Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Αθήνα έχει εξελιχθεί σε μια ‘μεγάπολη’ και η Θεσσαλονίκη σε μια μεγαλούπολη, και πως και οι δύο στερούνται των στοιχειωδέστερων υποδομών. Αναφορικά με την Αθήνα, παρά την προσπάθεια που έγινε με την αφορμή των Ολυμπιακών Αγώνων και την εισροή των τεράστιων αναπτυξιακών κονδυλίων, φαίνεται πως η δημιουργία των υποδομών (αττική οδός, μετρό και επεκτάσεις, τραμ, περιφερειακή Υμηττού, κόμβος Εθνικής οδού στο Φάληρο κ.α.) δεν επαρκεί ούτε για τα σημερινά δεδομένα. Πόσο μάλλον για τις ερχόμενες δεκαετίες.

ΑΣΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ

Στην Ελλάδα κυριαρχούν ορισμένοι αστικοί μύθοι γύρω από τα ψηλά κτίρια. Λόγω περιορισμένου χώρου τους μύθους αυτούς μπορεί να δει κάποιος στο:

www.greekarchitects.gr/index.php?maincat=22&newid=1908

Το θέμα δεν είναι ούτε κατασκευαστικό (αν είναι δηλαδή ακριβότερο το μέταλλο από το σκυρόδεμα, αν υπάρχουν σεισμοί, και λοιπές δικαιολογίες), ούτε αισθητικό (εκτός και αν υπάρχει κάποιος πολίτης που πιστεύει ότι η εικόνα των πόλεων μας αρμόζει στην αισθητική του – ίσως και να αρμόζει δυστυχώς…), ούτε καν νομικό (με ένα απλό προεδρικό διάταγμα ύστερα από υπερψήφιση στη Βουλή και οποιαδήποτε περιοχή μπορεί να αποκτήσει ειδικούς όρους δόμησης).

Δε χρειάζεται να δοκιμάσεις για να μάθεις γιατί υπάρχει τέτοια διεθνής εμπειρία που είναι στατιστικά αδύνατο (αν και στην Ελλάδα όλα είναι δυνατά..) να αποτύχει μια τέτοια μορφή ανάπτυξης. Κι όμως δεν τολμάει κανείς πολιτικός να το προτείνει, φοβούμενος το πολιτικό κόστος (που δε θα έπρεπε κανονικά να έχει σε μια υγιώς σκεπτόμενη κοινωνία – που μόνο υγιής δεν είναι την τελευταία δεκαπενταετία από την είσοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης στα σαλόνια των πολιτών).

Οι μηχανικοί μέσα στο κουκούλι των κατασκευών, των μελετοκατασκευών και των δημόσιων έργων, και στην πλήρη απαξίωση και καρεκλοκενταυρία του επίσημου φορέα τους (ΤΕΕ) που είναι θεωρητικά και επίσημος συνομιλητής του κράτους για τεχνικά θέματα αγρόν αγοράζουν. Και οι πολίτες, μέσα από την αριστοτεχνική σύνδεση των ψηλών κτιρίων με τη δικτατορία, το μύθο της διατήρησης του αττικού τοπίου και της ‘θέας’ προς την Ακρόπολη και τον πλήρη υπνωτισμό τους από τα ΜΜΕ και τους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητας απλά αδυνατούν να σκεφτούν.

Είναι ίσως λίγο άδικο να κατηγορηθούν οι πολίτες και για αυτή την παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία. Δυστυχώς όμως, μέσα από τη στρατευμένη επί δεκαετίες παιδεία και την πλήρη μετάλλαξη οποιουδήποτε ίχνους αισθητικής μέσα από τη διαχρονική ενηλικίωση γενεών μέσα στο απεχθές αστικό περιβάλλον των ελληνικών πόλεων, η ελληνική κοινωνία έχει οδηγηθεί σε μια υπνωτισμένη πορεία προς την ‘α’σχημια. Μεγάλη μερίδα πολιτών, όταν έφτασε η ώρα να φτιάξουν το δικό τους σπίτι, ή να το αγοράσουν προσέθεσαν το δικό τους λιθαράκι στη σημερινή κατάσταση. Διότι όταν αποφασίζεις να αποκτήσεις το σπίτι σου – όνειρο ζωής για τον Έλληνα του 20ου αιώνα – και διαλέγεις έναν μηχανικό και όχι έναν αρχιτέκτονα να στο σχεδιάσει, τότε είσαι άξιος της μοίρας σου. Δεν προλαβαίνω να αναφέρω το ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο, το οποίο ανέχεται το καθεστώς της πλήρους παράνομης δόμησης, και όλων των παρελκομένων – με τη συνένοχη όμως αποδοχή των πολιτών/αγοραστών.

Αφού η χώρα αυτή αδυνατεί να προχωρήσει σε χαρτογράφηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και οι ίδιοι οι πολίτες αδυνατούν να κατανοήσουν ότι είναι συνυπεύθυνοι του κτισμένου περιβάλλοντος, τότε πιστεύω ότι έχουμε τις πόλεις που μας αξίζουν.

Βεβαίως ακόμα πιο παράδοξο είναι το γεγονός πως οι μεγάλοι κατασκευαστές, οι διεθνείς developers που κατασκευάζουν και εκμεταλλεύονται πληθώρα ψηλών κτιρίων στη Μέση Ανατολή και γενικότερα ανά τον κόσμο σιωπούν ενοχικά. Σε μια χώρα που κάθε είδους πολιτική απόφαση ποδηγετείται από κάθε είδους οικονομικά συμφέροντα, προξενεί εντύπωση πως ένα τομέας όπως ο κατασκευαστικός, ο οποίος αποτελεί για χρόνια το βασικό μοχλό της ελληνικής οικονομίας, διατηρεί έναν τέτοιο περιοριστικό κανονισμό. Είναι απορίας άξιο πως τόσοι άνθρωποι, οι οποίοι καθοδηγούν έως και την εξωτερική πολιτική της χώρας στο βωμό του κέρδους, όχι μόνο δεν πιέζουν προς την απελευθέρωση των υψών αλλά έχουν κυριολεκτικά αφανίσει κάθε τέτοιου είδους συζήτηση.

Ακόμα και η εκάστοτε πολιτική ηγεσία της χώρας θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή, μπροστά στο αναμφισβήτητο γεγονός της παροχολογίας (προεκλογικής και μη), να εφαρμόσει την επιλεκτική (μελετημένη μέσα από ένα εθνικό χωροταξικό σχέδιο προφανώς) απελευθέρωση των υψών. Πριμοδοτώντας δηλαδή το ύψος – και όχι απαραίτητα το συντελεστή δόμησης – σε περιοχές όπου θέλει να δημιουργήσει ελεύθερους επίγειους χώρους, θα μπορούσε να προσδώσει υπεραξία σε αρκετές περιοχές. Κοιτώντας το ζήτημα έστω και μικροπολιτικά, όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα, δεν προκύπτει κάποιο λογικοφανές συμπέρασμα. Οποιαδήποτε μικροπαροχή και αν εξαγγείλει ένα κόμμα, σκεφτείτε τι θα σήμαινε η ξαφνική πριμοδότηση αυτού του μεγέθους και τι ευεργετικές κομματικές ψήφους θα έφερνε αυτή η απόφαση. Αναιρείται έτσι και η έννοια του πολιτικού κόστους.

Ενοχική σιωπή διατηρεί και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων, ο οποίος καταναλώνοντας όλα τα τελευταία αρχιτεκτονικά συνέδρια γύρω από φιλοσοφικές συζητήσεις και χαράσσοντας στρατηγικές επί χάρτου για την επανάκτηση των χαμένων από τη δεκαετία του ‘40 επαγγελματικών δικαιωμάτων. Φυσικά και η χαρτογράφηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων αποτελεί μέγιστη προτεραιότητα για τον κλάδο των Αρχιτεκτόνων, αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για την αποφυγή δημόσιων παρεμβάσεων γύρω από φλέγοντα ζητήματα της ελληνικής πόλης και συνεπώς της κοινωνίας ευρύτερα. Στο τελευταίο Αρχιτεκτονικό Συνέδριο (από το 1999 μέχρι σήμερα απουσιάζει ο επίσημος αρχιτεκτονικός διάλογος) με τίτλο: ‘Η Αρχιτεκτονική και η Ελληνική Πόλη στον 21ο αιώνα’ δεν αναφέρθηκε πουθενά η έννοια των ψηλών κτιρίων, έστω και σαν υπόθεση προς απόρριψη. Όπως συνέβη και σε όλα τα προηγούμενα Αρχιτεκτονικά Συνέδρια. Εξαίρεση αποτελεί το ‘Ελληνικό Συνέδριο Υψηλών κτιρίων’ που διοργάνωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος το 1975, την περίοδο δηλαδή που χτίστηκαν και τα μοναδικά ελάχιστα ψηλά κτίρια στην Ελλάδα.


Η ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΑΠΟΨΗ

Αποτελεί η χωροθέτηση ψηλών κτιρίων πανάκεια για όλες τις πόλεις σε όλο τον κόσμο που αντιμετωπίζουν πρόβλημα έντονης πληθυσμιακής ανάπτυξης; Προφανώς και όχι. Η αρχιτεκτονική οφείλει να διατηρεί ως ένα σημείο τα τοπικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε περιοχής παρέμβασης. Επομένως σε καμία περίπτωση δεν προτείνεται η τοποθέτηση ενός μικρού Manhattan ή δεκάδων γυάλινων πυργίσκων σε οποιαδήποτε ελληνική πόλη.

Όταν αναφέρεται κανείς σε μια πιθανή χωροθέτηση ψηλών κτιρίων στην πόλη της Αθήνας, σίγουρα δεν φαντάζεται τις αστικές πυκνότητες των κινέζικων μεγαπόλεων, ούτε φυσικά την κατασκευή γυάλινων πύργων που θα προσβάλλουν το αττικό τοπίο. Αν και θα έπρεπε να θεωρούνται εξίσου προσβλητικά και απεχθή τα δεκάδες γυάλινα κτίρια που έχουν ανεγερθεί στην Αθήνα και τα οποία εκτός από ενεργοβόρα, επικίνδυνα για τους οδηγούς λόγω των αντανακλάσεων, είναι και ιδιαίτερα αντιαισθητικά.

Πρόκειται για ενδεχόμενη κατασκευή μεμονωμένων ή ομάδων ψηλών κτιρίων σε στρατηγικές τοποθεσίες, με ένα οικοδομικό κανονισμό ο οποίος θα πριμοδοτεί το ύψος με αντάλλαγμα τη μικρή κάλυψη. Και φυσικά με τη σωστή χάραξη μεγάλων λεωφόρων, ώστε να υπάρχουν μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στα οικοδομικά τετράγωνα. Ως αποτέλεσμα θα υπάρχει ικανοποιητικός φωτισμό και αερισμός (στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό) των περισσοτέρων χώρων της πόλης. Με την απαραίτητη πολεοδομική και χωροταξική μελέτη να προηγείται και να καθοδηγεί τις αναπτύξεις αυτές.


ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Το πρόβλημα επομένως ανάγεται στην ευρύτερη κατηγορία προβλημάτων αυτής της χώρας, δηλαδή σε επίπεδο στρατηγικής και προγραμματισμού. Μια χώρα που ουσιαστικά έχει αναπτυχθεί τυχαία, με την απουσία εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού και γενικών πολεοδομικών σχεδίων, δεν είναι σε θέση να προγραμματίσει και να χαράξει εθνική στρατηγική. Οι προτάσεις είναι πολλές και τα προβλήματα ακόμα περισσότερα. Πρέπει επιτέλους να δημιουργηθούν εκείνοι οι εθνικοί φορείς οι οποίοι, ανεξάρτητα από τη μικροπολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων, να μελετήσουν, στη συνέχεια να σχεδιάσουν και τέλος να εφαρμόσουν μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική οικοδομικής ανάπτυξης της χώρας – η οποία θα έχει τρομερές ευεργετικές επιπτώσεις και στην οικονομία και στην υγεία και στον τουρισμό.

Ακόμα και σε επίπεδο Ο.Τ.Α. – μέσα στο πλαίσιο της παραπάνω εθνικής στρατηγικής – υπάρχει η δυνατότητα μέσω των αστικών αναπλάσεων και της εφαρμογής έργων αστικής κλίμακας να εφαρμοστούν πολιτικές οι οποίες θα οδηγήσουν τις ελληνικές πόλεις ανταγωνιστικά στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που ήδη βιώνουμε. Δε χρειάζεται να αντιγράψει καμιά πόλη το πολυσυζητημένο παράδειγμα της Βαρκελώνης ή οποιασδήποτε άλλης πόλης. Κάθε πόλη μέσα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πρέπει να αποκτήσει δομές και λειτουργίες παγκόσμιου επιπέδου.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι η πρόταση χωροθέτησης ψηλών κτιρίων είναι μονόδρομος για τον παραπάνω προβληματισμό ή ότι όλη η προαναφερθείσα εθνική στρατηγική θα έχει ως κύριο άξονα την κατασκευή ψηλών κτιρίων. Απλή και λογική διαπίστωση και πρόταση του συγγραφέα είναι ότι η Ελλάδα πρέπει επιτακτικά να χαράξει εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη των πόλεων και του αστικού της ιστού και μέσα στο πλαίσιο αυτό κρίνεται δόκιμη η επιλεκτική απελευθέρωση των υψών και η κατασκευή ψηλών κτιρίων.

Στο σύνδεσμο: www.vandoros.net/poll.html μπορείτε να συμμετέχετε στην έρευνα πεδίου του γράφοντα γύρω από τα ψηλά κτίρια.

_______________________________________

Οι απόψεις αυτού του άρθρου εκφράζουν αποκλειστικά τον συγγραφέα και αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του ιδίου. Για οποιαδήποτε αναδημοσίευση μέρους ή όλου του άρθρου απαιτείται έγγραφη άδεια του συγγραφέα.